Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Συνηθισμένες αρχαγγελίτικες λέξεις και φράσεις



Όλα τα χωριά της Ρόδου έχουν τη δική τους ξεχωριστή διάλεκτο. Η πιο χαρακτηριστική και μοναδική απ’ όλες είναι η Αρχαγγελίτικη, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με την Κυπριακή σε σημείο που αρκετοί πιστεύουν ότι οι Αρχαγγελίτες κατάγονται από την Κύπρο, χωρίς βέβαια να υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία.

Παρακάτω αναφέρω μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις της Αρχαγγελίτικης διαλέκτου, κάποιες από τις οποίες χρησιμοποιούνται καθημερινά και στα διπλανά χωριά (Μαλώνα, Μάσαρη):
  • Αβγκούλλατο κόκκινο αυγό του Πάσχα
  • Αμπρόκα, το καρφί
  • Αξάς, ο εξάδελφος
  • Αρνάτικο, πιπεριά
  • Βαβούλι, σποράκι
  • Βαρταλαλώμιλώ συνέχεια χωρίς να έχουν νόημα όσα λέω
  • Γελάσετε κουτάλγκια μου και σεις κουταλοθήκες, αυτά που λες δεν είναι σοβαρά
  • Για ώρα της ώρας, στα καλά καθούμενα
  • Γιαβάχης, άνθρωπος χαμηλών τόνων 
  • Γιούνια, παραξενιές
  • Τζιό, δύο
  • Γονίδι, η φέτα ψωμιού που έχει την γωνία του
  • Ε λατισά τα, τα έκανα θάλασσα
  • Έβγκιαλε τον κάρφο, δεν έχει πια όρια στη συμπεριφορά του/της
  • Εβώ, εγώ
  • Έκαμες τα, έρι, εριζέ, τα έκανες μαντάρα
  • Έλα του νου σου, βάλε μυαλό
  • Είμαι τζιό όρη, τζιό βουνά, είμαι πολύ στεναχωρημένος ή θυμωμένος
  • Έπιεν η αλαζονή, άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς ή γενικά, η μεγάλη κακοκαιρία
  • Εσαλαβάτισε, έκλεγε με αναφιλητά
  • Έφικες το και 'γίνει ρουμάνι, έχει γίνει αδιαπέραστο 
  • Εχάφτηκα τη ψυχή μου, φοβήθηκα υπερβολικά
  • Ζαβλακομένος, ο ζαλισμένος
  • Ζένω, βρομάω 
  • Ζιντάνι, πίσσα σκοτάδι
  • Η κάτω πέτρα του μύλου, κάποιος που κινείται ή δουλεύει αργά
  • Θέχτω, ξαπλώνω 
  • Θρονί, το κάθισμα που υπάρχει στην εκκλησία
  • Θωρώ, βλέπω ή παρατηρώ 
  • Καμιεί σαν πατός του, συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει άλλος όμοιος του
  • Καπίστρι, το χαλινάρι που βάζουν τα γαϊδούρια
  • Κάτσε που να κάτσουν μέσα σου, ησύχασε πια
  • Κάψη, ζέστη
  • Κολοφανός, η φωτιά που ανάβουν την Πρωτοχρονιά
  • Κουζινί, το κουζινάκι που υπάρχει στα καμαραϊκά σπίτια 
  • Λαδικό, δοχείο αποθήκευσης λαδιού. 
  • Λείπεις που το παννί σου, δεν ξέρεις τι σου γίνεται
  • Λέσιμο, το άλεσμα 
  • Μάγκανο, ελαιοτριβείο
  • Μάμμη, η γιαγιά
  • Μούζη στα φκιά σου, όταν δεν σε πιστεύουν για κάτι που λες
  • Να μαγκιά κι ωσμού κριάς, αγοράζω κάτι χωρίς να το ελέγχω και να βλέπω την τιμή του 
  • Νεμμώ, φυτρώνω
  • Νέφαλο, σύννεφο
  • Ολοπιτούνικος, ολόιδιος
  • Παντώ, συναντώ
  • Πέψε γάδαρο κι αμε κι εσυ που πίσω, όταν αναθέτεις σε κάποιον να κάνει κάτι αλλά δεν τα κατάφερε
  • Πωρνό, το πρωί.
  • Σακκάρης, ο περίεργος 
  • Σάπι, το ξύλο του φτυαριού, της τσουγκράνας κτλ
  • Σεντονί, το σεντόνι
  • Το γντι και το γντοχέρι, τα ίδια και τα ίδια
  • Τσιλοπατώ, πατώ κάτι δυνατά
  • Τσούζουμαι, καίγομαι 
  • Φκυώ, φτύνω
  • Φταρμίζω, ματιάζω
  • Χαβούζα, δεξαμενή 
  • Χασκιάζω, αφαιρούμαι, δεν προσέχω
  • Χάσκω, χαζεύω
  • Ψακώνω, δηλητηριάζω
  • Ώρα καλή, χαιρετισμός

Δαϊρετζής Χρήστος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου